εύπηκτος

εύπηκτος
ος , ον легко створаживающийся, свёртывающийся, густеющий, твердеющий

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "εύπηκτος" в других словарях:

  • εὔπηκτος — well put together masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εύπηκτος — η, ο (Α εὔπηκτος και δωρ. τ. εὔπακτος, ον) 1. καλά κατασκευασμένος, συμπαγής, στερεός 2. (για κερί) αυτός που είναι καλά πηγμένος 3. (για υγρά) αυτός που πήζει εύκολα 4. (με ενεργ. σημ.) (για αέρα) παγερός («ὁ δ ἀκίνητος [ενν. ἀήρ] εὐπηκτότερος» …   Dictionary of Greek

  • εύπηκτος — η, ο αυτός που πήζει εύκολα, ευκολόπηχτος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὔπηκτον — εὔπηκτος well put together masc/fem acc sg εὔπηκτος well put together neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπηκτότερος — εὔπηκτος well put together masc nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπήκτοιο — εὔπηκτος well put together masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπήκτου — εὔπηκτος well put together masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπήκτων — εὔπηκτος well put together masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπήκτῳ — εὔπηκτος well put together masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔπηκτα — εὔπηκτος well put together neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔπηκτοι — εὔπηκτος well put together masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»